ΕΛΛΑΔΑ

Απαισιόδοξες οι ενδείξεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας

00:23 - 01.11.2016

Στη δημοσιότητα η τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του κράτους στην ελληνική Βουλή.

Απαισιόδοξος είναι ο τόνος της τριμηνιαίας έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού του κράτους στην ελληνική Βουλή, η οποία εξετάζει την τήρηση των δημοσιονομικών στόχων της ελληνικής οικονομίας, που τίθενται στον Κρατικό Προϋπολογισμό και στα Μεσοπρόθεσμα Δημοσιονομικά Πλαίσια Στρατηγικής, τα οποία έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή των Ελλήνων επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της στο τρίτο τρίμηνο του 2016.

Ένα από τα βασικά σημεία στα οποία η έκθεση κρούει τον κώδωνα του κινδύνου είναι η διόγκωση των ιδιωτικών χρεών προς όλους, προς Τράπεζες δια των «κόκκινων» δανείων, προς την εφορία δια της μη πληρωμής οφειλών (στο 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ ανά μήνα κυμάνθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές για το πρώτο οκτάμηνο του 2016) αλλά και προς τα ασφαλιστικά ταμεία (όπου τα χρέη των ιδιωτών έχουν αγγίξει σχεδόν τα 25 δισεκατομμύρια ευρώ) ενώ πλέον διαστάσεις λαμβάνουν και τα χρέη προς τη ΔΕΗ.  

Σύμφωνα μάλιστα με τα στοιχεία, η έκθεση υπογραμμίζει ότι το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα τείνει πια να φτάσει στο μέγεθος του δημοσίου χρέους.

Δεν είναι αισιόδοξες οι εκτιμήσεις της έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού ούτε ως προς την ανάπτυξη. Όπως επισημαίνει η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος αναμένουν «αλματώδη ανάπτυξη το 2017 της τάξης του 2,7% του ΑΕΠ. Την ίδια αισιόδοξη πρόβλεψη περιέχει το Σχέδιο Προϋπολογισμού 2017 (Οκτώβριος 2016). Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) μάλιστα, υπερθεματίζει».

Όμως, προσθέτει, τα υπάρχοντα στοιχεία δεν επιτρέπουν τέτοια αισιοδοξία και οι εκτιμήσεις των μη δημόσιων φορέων διαφέρουν και προειδοποιεί ότι αν επικρατήσουν τελικά οι πιο απαισιόδοξες προβλέψεις τότε «θα ανατραπούν και προσδοκίες που έχουν επενδυθεί στο πρόγραμμα προσαρμογής (=τρίτο Μνημόνιο)».

Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής υποστηρίζει ότι τους επόμενους μήνες θα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία η αναθεώρηση των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα προς τα κάτω και η οριστική «διευθέτηση» του χρέους.

Και συμπληρώνει ότι «μια σοβαρή αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι απαραίτητη για να επανέλθει η χώρα σε τροχιά οικονομικής ανάπτυξης».

Παράλληλα  αναφέρει ότι «το χρέος δεν είναι ο μόνος παράγοντας αβεβαιότητας.

Υπάρχουν και πολλοί άλλοι, η γραφειοκρατία, οι δυσκολίες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, οι φορολογικοί συντελεστές, η αστάθεια στη νομοθεσία, οι δυσλειτουργίες στις αγορές προϊόντων και στη δικαιοσύνη.

Επομένως, η επενδυτική ώθηση που χρειάζεται η χώρα θα προέλθει όχι μόνον από τη ρύθμιση του χρέους, αλλά και από το σύνολο των μεταρρυθμίσεων που προβλέπονται στο Μνημόνιο (με όσες βελτιώσεις μπορούν να γίνουν)».

Το Γραφείο τάσσεται εκ νέου υπέρ της ανάληψης της ιδιοκτησίας των μεταρρυθμίσεων του προγράμματος οικονομικής πολιτικής και προτείνει αναδιάρθρωση του μείγματος οικονομικής πολιτικής υπέρ της εξοικονόμησης των δαπανών και μείωσης των φόρων στους οποίους αποδίδει υφεσιακή επίπτωση.

Όπως αναφέρει οι «αντισταθμιστικές ενέργειες, κυρίως της κυβέρνησης, είναι δυνατόν να περιορίσουν σημαντικά τις υφεσιακές επιπτώσεις της φοροκεντρικής πολιτικής προσαρμογής.

Οι «ενέργειες» αυτές, σε συνδυασμό μάλιστα με ένα φιλικό προς την ανάπτυξη (και κοινωνικά δίκαιο) σχέδιο περικοπής πρωτογενών δαπανών και καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, μπορεί να οδηγήσουν σε «επεκτατική δημοσιονομική προσαρμογή».

Επίσης, προτείνει εφαρμογή των ιδιωτικοποιήσεων με όρους που θα αποτρέπουν την μετατροπή κρατικών μονοπωλίων σε ιδιωτικά.

Σε ότι αφορά τις αλλαγές στα εργασιακά προτείνει την καθιέρωση συστήματος που θα συνδυάζει την ευελιξία στις αποφάσεις με την ασφάλεια για τους εργαζόμενους.

Παραθέτοντας τις εξελίξεις στα μεγέθη που επηρεάζουν το ελληνικό ΑΕΠ, αναφέρει ότι οι εξαγωγές υποχώρησαν το α` εξάμηνο όπως και η ιδιωτική κατανάλωση.

Μείωση εμφάνισε και ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, ενώ εκτιμάται ότι η αβεβαιότητα έκανε τους επιχειρηματίες διστακτικούς ως προς τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Σημειώνεται επίσης ότι οι τράπεζες δεν έχουν ακόμη λύσει το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων προκειμένου να μην περιορίζεται η ευχέρειά τους να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία ενώ η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, δια των ευρωπαϊκών προγραμμάτων ΕΣΠΑ δεν αρκεί για να αντισταθμίσει «την ιδιωτική επενδυτική άπνοια».

Σε ό,τι αφορά δε τον τουρισμό, σημειώνει ότι «η αύξηση των τουριστών το 2016 δεν ήταν αρκετή για να αναστρέψει τις αρχικές τάσεις. Άλλωστε δεν συνοδεύθηκε από ανάλογη αύξηση των εσόδων ενδεχομένως λόγω φοροδιαφυγής».

«Συνολικά, παραμένει δύσκολη η οικονομική ανάρρωση από την αντιπαράθεση με τους δανειστές του α΄ εξαμήνου 2015 που παρά λίγο να οδηγήσει τη χώρα εκτός Ευρωζώνης και από τις αβεβαιότητες που προκάλεσαν οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου Μνημονίου», εκτιμά το Γραφείο Προϋπολογισμού και τονίζει ότι «ουδείς εχέφρων θα επιθυμούσε αυτή τη στιγμή να αποτύχει η προσπάθεια εξόδου της χώρας από την κρίση, όπως έχει συμφωνηθεί στο τρίτο μνημόνιο (όπως αναθεωρήθηκε τον Ιούνιο)».

Στην έκθεση αναφέρεται ότι έχει ήδη ξεκινήσει η διαδικασία για τη δεύτερη αξιολόγηση και τονίζεται ότι η κυβέρνηση ελπίζει σε σύντομη ολοκλήρωσή της, καθώς «στόχος δεν είναι μόνον οι έγκαιρες εκταμιεύσεις των δόσεων, αλλά και η εφαρμογή της απόφασης του Μαΐου 2016 του Eurogroup για μερικά πρώτα βήματα ελάφρυνσης των δαπανών για εξυπηρέτηση του χρέους.»

Συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής είναι ο Παναγιώτης Λιαργκόβας, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, ο οποίος είναι επικεφαλής της Επιστημονικής Επιτροπής, που απαρτίζεται από τα εξής μέλη: Πάνος Καζάκος, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπύρος Λαπατσιώρας, Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Ναπολέοντας Μαραβέγιας, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών,Μιχάλης Ρηγίνος, Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.